αποδύομαι

αποδύομαι
(αόρ. απεδύθην и απεδυσάμην) αμετ. браться, приниматься (за что-л.) с рвением, усердием;

αποδύομαι σε αγώνα — решительно вступать в борьбу;

§ αποδύομαι τον παλαιόν ΰνθρωπον — избавляться от дурных привычек;

αποδύομαι της ευθύνης — уклоняться от ответственности


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "αποδύομαι" в других словарях:

  • αποδύομαι — βλ. αποδύω …   Dictionary of Greek

  • ἀποδύομαι — ἀποδύνω strip off pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραποδύομαι — ΜΑ μσν. αποδύομαι σε κάτι αρχ. γυμνώνομαι για να συναγωνιστώ, για να αναμετρηθώ με κάποιον («αὐτὸς μὴ ἀντεπιδεικνύναι τὸ εἶδος παραποδυόμενος», Πλάτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + ἀποδύομαι «βγάζω τα ρούχα μου»] …   Dictionary of Greek

  • αποδύω — ἀποδύω (Α) (νεοελλ. μόνο μέση φωνή, αποδύομαι) (αρχ. νεοελλ.) αρχίζω κάτι με ζήλο και αγωνιστικότητα καταβάλλοντας μεγάλες προσπάθειες αρχ. Ι. 1. αφαιρώ ένδυμα, οπλισμό, γδύνω, ξεγυμνώνω, απογυμνώνω II. (μέσ., ομαι) 1. (για οστρακόδερμα) αποβάλλω …   Dictionary of Greek

  • εναποδύομαι — ἐναποδύομαι (AM) 1. αποδύομαι, εκδύομαι, γδύνομαι σε κάποιον τόπο («ταῑς παλαίστραις ἐναποδύεσθαι», Ιμέρ.) 2. μτφ. ετοιμάζομαι για αγώνα, για δύσκολο έργο («ἐναπεδύσω ἀνδρικῶς πρὸς τοὺς ἀγῶνας», Μηναία) …   Dictionary of Greek

  • προαποδύομαι — ΜΑ μσν. γδύνομαι εκ τών προτέρων («προαπεδύσατο χιτῶνα», Ευμάθ.) αρχ. μτφ. αποβάλλω εκ τών προτέρων («προαποδυόμενος τά πάθη», Κλήμ. Αλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ἀποδύομαι «γδύνομαι, αποβάλλω κάτι από πάνω μου»] …   Dictionary of Greek

  • προσαποδύομαι — Α γδύνομαι ακόμη πιο πολύ («θαλπόμενος [ὑπὸ τοῡ ἡλίου] εἶτα καυματιζόμενος καὶ τὸν χιτῶνα τῷ ἱματίῳ προσαπεδύσατο», Πλούτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἀποδύομαι «γδύνομαι, αποβάλλω από πάνω μου»] …   Dictionary of Greek

  • συναποδύομαι — ΜΑ αποβάλλω κάτι μαζί με κάτι άλλο αρχ. 1. μτφ. χάνω κάτι μαζί με κάτι άλλο («συναποδυσάμενος τὴν ἡδονήν τε καὶ τὴν λύπην μετὰ τοῡ σώματος», Γρηγ. Νύσσ.) 2. φρ. «συναποδύεσθαί τινι εἰς ἀγῶνα» κατέρχομαι σε αγώνα μαζί με άλλον. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * …   Dictionary of Greek

  • υπαποδύομαι — ΜΑ μτφ. εγκαταλείπω κάτι βαθμιαία («τὴν ἰατρικὴν ὑπαπεδύετο», Γρηγ. Νύσσ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + ἀποδύομαι «γδύνομαι, αποβάλλω κάτι από πάνω μου»] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»